Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

ΚΟΛΠΙΤΙΔΕΣ




ΚΟΛΠΙΤΙΔΕΣ
Οι πιο συχνές αιτίες κολπίτιδας σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση είναι η βακτηριακή, η μυκητησιακή και η τριχομοναδιακή κολπίτιδα. Από αυτές, μόνο η τριχομοναδιακή θεωρείται σεξουαλικώς μεταδιδόμενη, ενώ συχνότερες είναι η βακτηριακή και η μυκητησιακή.
ΒΑΚΤΗΡΙΑΚΗ ΚΟΛΠΙΤΙΔΑ: Ο γυναικείος κόλπος αποικείται από πληθώρα μικροοργανισμών που στο σύνολό τους ονομάζονται με δύο λέξεις ‘φυσιολογική χλωρίδα’. Επικρατούν οι μικροοργανισμοί με την ονομασία γαλακτοβάκιλλοι. Στην βακτηριακή κολπίτιδα οι γαλακτοβάκιλλοι μειώνονται και αυξάνεται η συγκέντρωση άλλων μικροοργανισμών, κυρίως αναερόβιων, μέσω της αύξησης του pH του κόλπου. Τα αναερόβια παράγουν μεγάλες ποσότητες από ένζυμα, τα οποία ευθύνονται για τις ουσίες που δίνουν μία χαρακτηριστική άσχημη οσμή στα κολπικά υγρά. Ο μηχανισμός με τον οποίο συμβαίνει αυτή η ανισορροπία στους μικροοργανισμούς του κόλπου καθώς και ο ρόλος της σεξουαλικής δραστηριότητας δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Από τα δεδομένα αυτά γίνεται αντιληπτό ότι η βακτηριακή κολπίτιδα δεν αποδίδεται σε έναν μόνο μικροοργανισμό. Είναι όμως δεδομένο ότι η συχνότητα των επεισοδίων βακτηριακής κολπίτιδας αυξάνεται με την αλλαγή ερωτικού συντρόφου ενώ είναι μεγαλύτερη σε γυναίκες με πολλαπλούς συντρόφους.
Ο καλύτερος τρόπος για πρόληψη της βακτηριακής κολπίτιδας δεν είναι γνωστός. Παρ’ όλα αυτά, μπορούν να γίνουν κάποιες συστάσεις:
• Αποφυγή κολπικών πλύσεων με αντισηπτικά. Κάποιες γυναίκες δοκιμάζουν αυτές τις πλύσεις για να νιώθουν ‘καθαρές’. Ο γυναικείος κόλπος έχει την ικανότητα να διατηρεί μία υγιή ισορροπία ανάμεσα στους μικροοργανισμούς του. Οι πλύσεις με αντισηπτικά μπορούν να διαταράξουν αυτήν την ισορροπία και να προκαλέσουν αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό.
• Αναφέρθηκε ήδη ότι γυναίκες με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν βακτηριακή κολπίτιδα ενώ είναι γνωστό ότι η βακτηριακή κολπίτιδα συνδέεται με μεγαλύτερο ποσοστό μετάδοσης του ιού HIV, πιο γνωστού ως ο του ιού που προκαλεί το AIDS.
• Όταν γίνεται λήψη θεραπείας για βακτηριακή κολπίτιδα θα πρέπει να ολοκληρώνεται όλη η αγωγή, ακόμη κι αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν μετά από λίγες δόσεις.
Για την θεραπεία της βακτηριακής κολπίτιδας υπάρχουν σκευάσματα για λήψη από το στόμα ή από τον κόλπο, η οποία προτιμάται καθώς η λήψη από το στόμα έχει περισσότερες συστηματικές παρενέργειες. Δεν χρειάζεται να γίνεται θεραπεία και του συντρόφου καθώς η βακτηριακή κολπίτιδα δεν είναι νόσημα που μεταδίδεται σεξουαλικά.
ΜΥΚΗΤΗΣΙΑΚΗ ΚΟΛΠΙΤΙΔΑ: Καλύπτει περίπου το 1/3 των περιπτώσεων κολπίτιδας. Μελέτη που έγινε σε φοιτήτριες στις ΗΠΑ έδειξε ότι οι μισές γυναίκες θα έχουν τουλάχιστον ένα επεισόδιο μυκητησιακής κολπίτιδας μέχρι την ηλικία των 25. Το 75% των γυναικών θα έχουν ένα επεισόδιο μέχρι την εμμηνόπαυση ενώ το 45% θα έχουν τουλάχιστον δύο επεισόδια. Η κλασική εικόνα περιλαμβάνει κνησμό (φαγούρα) και παρουσία λευκωπών υγρών με τη χαρακτηριστική εικόνα κομματιών τυριού. Προδιαθεσικοί παράγοντες θεωρούνται η λήψη αντιβιοτικών, η εγκυμοσύνη,ο σακχαρώδης διαβήτης. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, καθώς ο μηχανισμός δημιουργίας της μυκητησιακής είναι ανάλογος με αυτόν της βακτηριακής κολπίτιδας. Η θεραπεία με λήψη σκευασμάτων από την κολπική οδό είναι συνήθως αρκετή ενώ κι εδώ δεν χρειάζεται θεραπεία του ερωτικού συντρόφου.
Υπάρχει ένα ποσοστό γυναικών που υφίστανται υποτροπή μετά από λίγο διάστημα. Εάν τα επεισόδια υποτροπής είναι πάνω από τρία σε ένα έτος (και κατ’ άλλους συγγραφείς σε μικρότερο χρονικό διάστημα), τότε απαιτείται ειδική θεραπεία και πιθανώς και του συντρόφου.
ΤΡΙΧΟΜΟΝΑΔΙΑΚΗ ΚΟΛΠΙΤΙΔΑ: Αυτό που διαφοροποιεί αυτήν την κατηγορία από τις άλλες δύο είναι ότι οφείλεται σε έναν συγκεκριμένο μικροοργανισμό που λέγεται τριχομονάδα, ο οποίος μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Οπότε, στην περίπτωση αυτή απαιτείται θεραπεία και του ερωτικού συντρόφου. Η διάγνωση μπαίνει με την κλινική εικόνα αλλά και την παρουσία του μικροοργανισμού σε άμεσο παρασκεύασμα.

Υπογονιμότητα, η μάστιγα της εποχής μας:ο γυναικείος παράγοντας.


Υπογονιμότητα, η μάστιγα της εποχής μας:ο γυναικείος παράγοντας.

Στην διερεύνηση και αντιμετώπιση της υπογονιμότητας η αφετηρία μας είναι το ζευγάρι από κοινού. Το ζευγάρι είναι αυτό που θεωρείται υπογόνιμο, παρ΄ όλο που η αιτία ή οι αιτίες έγκεινται στον άνδρα ή τη γυναίκα. Σε αυτό το άρθρο θα αναφερθούμε στις αιτίες που έχουν να κάνουν με τη γυναίκα (γυναικείος παράγων) και που ανέρχονται σε ποσοστό περίπου 40% των περιπτώσεων. Σε ποσοστό 20% η αιτία ανευρίσκεται στον άνδρα, σε 25% και στους δύο ενώ σε ποσοστό 15% περίπου η διερεύνηση αδυνατεί να προσδιορίσει αιτία. Το ποσοστό των υπογόνιμων ζευγαριών είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, θεωρείται όμως ότι κυμαίνεται περίπου στο 15%, αριθμός σημαντικά υψηλός. Εκτιμάται ότι ο αριθμός αυτός αυξάνεται, αποτελώντας ένα σημαντικότατο πρόβλημα για τους σύγχρονους νέους.
Η πρακτική είναι να ξεκινάει η διερεύνηση μετά από ένα έτος ελευθέρων επαφών χωρίς σύλληψη. Ωστόσο, ξεκινάμε νωρίτερα όταν η γυναίκα είναι πάνω από 35 ετών ή όταν υπάρχει κάποιο στοιχείο στο ιστορικό του άνδρα ή της γυναίκας που μπορεί να αποτελεί πιθανή αιτία.
Η συχνότερη αιτία υπογονιμότητας στη γυναίκα είναι οι διαταραχές της ανωοθυλακιορρηξίας. Ήδη από το ιστορικό, που είναι το πρώτο βήμα της διερεύνησης, παίρνουμε σημαντικές πληροφορίες. Κύκλοι 28 εώς 32 ημερών μπορούν να αποκλείσουν με μεγάλη βεβαιότητα διαταραχή της ωοθυλακιορρηξίας. Απεναντίας, κύκλοι μεγαλύτεροι των 40 ημερών αποδεικνύουν με ασφάλεια το αντίθετο. Εάν οι κύκλοι είναι μικρότεροι των 26 ημερών αλλά ρυθμικοί ή είναι μεταξύ 25 εώς 35 ημερών αλλά με διακύμανση μεγαλύτερη των 4 ημερών από κύκλο σε κύκλο, η διαταραχή στην ωοθυλακιορρηξία είναι πιθανή. Σε περίπτωση αβεβαιότητας, ο έλεγχος της προγεστερόνης στο αίμα της γυναίκας στο δεύτερο μισό του κύκλου λύνει το πρόβλημα. Στο 75% των περιπτώσεων ανωοθυλακιορρηξίας η αιτία είναι το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών.
Οι ανατομικές διαταραχές αποτελούν μία μεγάλη ομάδα αιτιών υπογονιμότητας. Πολύποδες κα συμφύσεις του ενδομητρίου ανιχνεύονται με υστεροσκόπηση ή με απλό υπερηχογράφημα μετά την έγχυση φυσιολογικού ορού στη μήτρα. Ινομυώματα που βρίσκονται σε επαφή με την κοιλότητα της μήτρας κυρίως εμπλέκονται σε αποβολές αλλά και αδυναμία σύλληψης. Η συχνότερη όμως κατηγορία ανατομικών ανωμαλιών είναι οι συμφύσεις και οι στενώσεις των σαλπίγγων. Ανευρίσκονται με την υστεροσαλπιγγογραφία, απλή και ανώδυνη εξέταση. Οι βλάβες αυτές προκαλούνται από φλεγμονές των σαλπίγγων. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε το εξής: στον τράχηλο της γυναίκας μπορεί να βρεθεί ένα είδος μικροβίων που λέγονται χλαμύδια, χωρίς να προκαλούν συμπτώματα. Το ίδιο σιωπηλά μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή στις σάλπιγγες με τα αποτελέσματα που προαναφέραμε. Για το λόγο αυτό, οφείλουμε να είμαστε «γενναιόδωροι» στον έλεγχο των χλαμυδίων στον τράχηλο των νέων γυναικών, κάτι που γίνεται με απλή λήψη υγρού και καλλιέργεια.
Οι κυριότερες ενδοκρινολογικές διαταραχές σαν αιτίες υπογονιμότητας είναι η υπερπρολακτιναιμία και οι θυρεοειδοπάθειες. Και οι δύο ανευρίσκονται εύκολα με εξετάσεις αίματος. Τέλος, μία λιγότερη συχνή αιτία υπογονιμότητας είναι οι διαταραχές της τραχηλικής βλέννας.